Υπάρχει μια λεπτή, σχεδόν αόρατη κλωστή που χωρίζει τη σύνδεση από την προσκόλληση. Είναι μια κλωστή φτιαγμένη από πρόθεση, επίγνωση και ελευθερία. Κι όμως, συχνά τη συγχέουμε με τα δεσμά του φόβου, γιατί κι οι δύο μορφές μοιάζουν στην αρχή σαν κάτι που κρατά.
Η σύνδεση είναι άγγιγμα ψυχής χωρίς απαίτηση.
Είναι η ανάσα που κυλά ανάμεσα σε δύο ανθρώπους και τους επιτρέπει να υπάρξουν όπως είναι, χωρίς να χρειάζεται να μικρύνουν ή να μεγαλώσουν για να χωρέσουν ο ένας στον κόσμο του άλλου.
Σύνδεση είναι να απλώνεις το χέρι και να ξέρεις πως ο άλλος θα το κρατήσει όχι από ανάγκη, αλλά από επιλογή.
Είναι ο χώρος όπου το «εγώ» και το «εσύ» στέκονται πλάι πλάι, χωρίς να χάνονται, χωρίς να μπερδεύονται, αλλά δημιουργώντας ένα «εμείς» που δεν καταπίνει κανέναν.
Αντίθετα, η προσκόλληση είναι το σφίξιμο.
Είναι ο φόβος πως αν αφήσεις το χέρι του άλλου, θα χαθείς.
Προσκόλληση είναι ο κόμπος στο στομάχι που σε πείθει ότι χωρίς τον άλλον δεν μπορείς να υπάρξεις, ότι η δική σου αξία διαμορφώνεται από την παρουσία του.
Είναι η αγωνία που μασκαρεύεται ως αγάπη, μια αγάπη όμως που πιέζει, κρατά, περιορίζει.
Εκεί όπου η σύνδεση αναπνέει, η προσκόλληση κρατά την αναπνοή της, τρομαγμένη μήπως ο άνεμος αλλάξει κατεύθυνση.
Στη σύνδεση, ο άλλος γίνεται συνοδοιπόρος.
Στην προσκόλληση, γίνεται σωσίβιο.
Και κανείς δεν μπορεί να γίνει σωσίβιο για πάντα—όχι χωρίς να χαθεί ο ίδιος.
Η θεραπεία συχνά μας οδηγεί σε αυτή τη διάκριση: να μάθουμε να νιώθουμε χωρίς να φοβόμαστε.
Να επιτρέπουμε στους ανθρώπους να πλησιάζουν, όχι για να γεμίσουν τα κενά μας, αλλά για να περπατήσουν μαζί μας.
Να αφήνουμε χώρο και να κρατάμε μόνο ό,τι μπορεί να ανθίσει χωρίς να το σφίγγουμε.
Στο τέλος, η αληθινή σύνδεση δεν μας δεσμεύει—μας απελευθερώνει.
Μας διδάσκει πως μπορούμε να αγαπάμε χωρίς να χανόμαστε, πως μπορούμε να κρατάμε χωρίς να κρατιόμαστε απ’ τον φόβο.
Και τότε, η καρδιά μαθαίνει να ξεχωρίζει: το απαλό άγγιγμα της σύνδεσης από το αγχωμένο κράτημα της προσκόλλησης.
Δρ. Ειρήνη Παπανικολάου
Ψυχολόγος / Συστημική – Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια