Βαθιά μέσα μας υπάρχει ένας τόπος που σπάνια επισκεπτόμαστε συνειδητά. Ένας τόπος όπου τα συναισθήματα γεννιούνται πριν καν τα αναγνωρίσουμε, πριν τους δώσουμε όνομα. Εκεί, σε αυτόν τον αθέατο χώρο, πλάθεται η αλήθεια μας. Κι όμως, κάθε φορά που κάτι μας ταράζει, που ένα κύμα λύπης, θυμού ή φόβου αναδύεται, συχνά στεκόμαστε απέναντί του με δυσπιστία, σαν να μην εμπιστευόμαστε την ίδια μας την ψυχή.
Μαθαίνουμε από νωρίς να «διορθώνουμε» τον εαυτό μας: Μήπως υπερβάλλω; Μήπως δεν θα έπρεπε να νιώθω έτσι; Μήπως πρέπει να το ξεπεράσω; Αυτές οι ερωτήσεις δεν είναι αθώες. Είναι μικρές πράξεις αυτο-ακύρωσης. Είναι οι ψίθυροι μιας εσωτερικής φωνής που έχει μάθει να αμφισβητεί κάθε εσωτερικό σήμα, κάθε κραδασμό του είναι μας. Έτσι, αντί να ακούσουμε τι θέλει να μας πει το συναίσθημα, παλεύουμε να το σιωπήσουμε. Και κάπως έτσι η αλήθεια μας ξεθωριάζει μέσα στην αμφιβολία.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι απλή και βαθιά απελευθερωτική: οτιδήποτε νιώθεις είναι έγκυρο. Ακόμη κι όταν το ίδιο το μυαλό προσπαθεί να το απορρίψει, το συναίσθημα ήδη υπάρχει, ήδη ζητά την προσοχή σου. Δεν χρειάζεται αποδοχή από κανέναν άλλον για να είναι αληθινό. Δεν χρειάζεται άδεια για να αναδυθεί. Το μόνο που μπορούμε –και αξίζει– να διαπραγματευτούμε δεν είναι αν έχουμε το δικαίωμα να νιώθουμε, αλλά πώς θα φροντίσουμε αυτό που νιώθουμε.
Η σκέψη «δεν θα έπρεπε να αισθάνομαι έτσι» είναι απλώς μια απόπειρα ελέγχου του ανεξέλεγκτου. Τα συναισθήματα δεν ζητούν την άδεια της λογικής. Έρχονται όπως οι σκέψεις: ακαριαία, αυθόρμητα, μέσα από δρόμους που συχνά ξεκινούν πολύ πιο πίσω από τη συνειδητή μνήμη μας. Μπορεί να πηγάζουν από παλαιότερα τραύματα, από ξεχασμένες ή καταπιεσμένες ανάγκες, από λέξεις που κάποτε μας πλήγωσαν, από εμπειρίες που ακόμη δεν έχουμε κατανοήσει πλήρως. Και παρότι ο πόνος ή ο εκνευρισμός φαίνεται να προκαλείται από κάποιον άλλον –ένα πρόσωπο, μια συνθήκη, μια συμπεριφορά– στην πραγματικότητα οι «έξω» παράγοντες δεν δημιουργούν τον πόνο. Απλώς αγγίζουν ένα σημείο που ήδη πονούσε.
Οι άνθρωποι που μας ενοχλούν, λοιπόν, δεν είναι αντίπαλοι. Είναι καθρέφτες. Είναι οι άθελοι αγγελιοφόροι που ακουμπούν τις πληγές μας και μας δείχνουν πού υπάρχει ακόμη ευαισθησία. Οι καταστάσεις που μας θυμώνουν δεν είναι τιμωρίες. Είναι καλέσματα. Ζητούν από εμάς να γυρίσουμε προς τα μέσα, να δούμε τι ζητά προσοχή, τι παραμένει άλυτο, τι λαχταρά θεραπεία.
Και τότε αρχίζει η πραγματική δουλειά: η συνειδητή παρατήρηση. Να σταθούμε μπροστά στο συναίσθημα χωρίς να το εξηγήσουμε, χωρίς να το κατηγορήσουμε, χωρίς να το εξορίσουμε. Να το κοιτάξουμε σαν κάτι πολύτιμο που βγήκε στην επιφάνεια για να μας δείξει κάτι που μόνο αυτό γνωρίζει. Να το ακούσουμε, όπως θα ακούγαμε ένα παιδί που προσπαθεί να μας εξηγήσει πού πονάει.
Όταν αφήνουμε τον εαυτό μας να νιώσει, χωρίς όρους και χωρίς άμυνες, τότε κάτι μέσα μας μαλακώνει. Η καρδιά γίνεται πιο φιλόξενη. Ο ψυχικός πόνος αποκτά χώρο να διαλυθεί, να μεταμορφωθεί. Και μαζί με αυτόν, μεταμορφωνόμαστε κι εμείς.
Γιατί η θεραπεία δεν έρχεται από την άρνηση ούτε από τον έλεγχο. Έρχεται από την παρουσία. Από το θάρρος να καθίσουμε με το συναίσθημα, να το αφήσουμε να μιλήσει και να μας δείξει το κομμάτι μέσα μας που ακόμη ζητά φως.
Και ίσως τελικά να καταλάβουμε κάτι βαθιά λυτρωτικό: ότι κάθε συναίσθημα, ακόμη και το πιο επώδυνο, είναι μια μορφή καθοδήγησης. Μια πρόσκληση προς εμάς να πλησιάσουμε ό,τι μέχρι τώρα αποφεύγαμε. Να αναγνωρίσουμε τις ανάγκες μας, να απελευθερώσουμε τις παλιές πληγές, να συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας.
Και μέσα από αυτή τη συμφιλίωση, να γεννηθεί μια αληθινή, απαλή και ανθεκτική εσωτερική γαλήνη. Όχι γιατί δεν νιώθουμε πια, αλλά γιατί επιτέλους επιτρέπουμε στον εαυτό μας να νιώθει…
Δρ. Ειρήνη Παπανικολάου
Ψυχολόγος / Συστημική-Οικογενειακή Ψυχοθεραπεύτρια